Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016

H ομιλία του κ. Παπαδημητρίου Τάκη στην εκδήλωση

Θέμα της ομιλίας του κ. Παπαδημητρίου Τάκη ήταν: «Τα βιβλία για τη Λάκκα μας. Η πολύτιμη προσφορά τους για την επιστροφή στις ρίζες μας».
Ο Τάκης Παπαδημητρίου είχε την καλοσύνη να μας στείλει την ομιλία του, οπότε την παραθέτουμε αυτούσια:
Η ομιλία του Τάκη Παπαδημητρίου:
 
Ο συμπολίτης μας Τάκης Παπαδημητρίου στο βήμα.
Κάθε φορά που μιλάει κάτι αξιόλογο έχει να πει. Το πρόσωπό του έχει ταυτιστεί με τον πολιτισμό και την προσφορά στον τόπο μας.
 Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την τεράστια προσφορά του στον τόπο μας, όχι μόνον σαν συγγραφέας, αλλά και σαν πρωτοψάλτης, και σαν βασικός συντελεστής ίδρυσης της Χορωδίας και τόσων άλλων εκδηλώσεων, που κι εγώ δεν τις θυμάμαι. 
Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω να αρχίσω ευχαριστώντας θερμά:

1.     Όλους εσάς που μας τιμάτε με την σημερινή παρουσία σας.
2.     Την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών και ειδικότερα τον Πρόεδρό της κ. Λευτέρη Τζόκα, λογοτέχνη, δημοσιογράφο και κριτικό, που για μια ακόμα φορά αγκάλιασε μια πνευματική εκδήλωση σαν την σημερινή στην επαρχία.
3.     Τον Περιβαλλοντικό Πολιτιστικό Σύλλογο π. Δήμου Θεσπρωτι­κού, που μου ανάθεσε τη σημερινή ομιλία, σ’ αυτή την όμορφη πολι­τιστική εκδήλωση, αφιέρωμα στην πνευματική δημιουργία και στα βιβλία των συμπατριωτών μας.

Η σημερινή εκδήλωση μας δίνει, για μια ακόμη φορά την ευκαιρία, να γνωρίσουμε από κοντά τα βιβλία τους, να τα πιάσουμε στα χέρια μας, να τα ξεφυλλίσουμε και να πληροφορηθούμε για τους συγγραφείς τους.
Κύριος ομιλητής είναι ο Λαοκράτης Βάσσης. Θεωρώ άκρως τιμητικό να συνυπάρχω ως ομιλητής με τον φίλο Λαοκράτη, ο οποίος είναι αρκε­τά γνωστός σε μας εδώ, στην περιοχή μας, αλλά και στην άλλη Ελλάδα, αφού ο διαλεχτός συμπατριώτης μας έχει επιβληθεί με το σπαθί του  και την αξία του στον κόσμο του Πνεύματος, στο χώρο της Παιδείας και των Γραμμάτων, ως εγκρατέστατος φιλόλογος, βαθυστόχαστος ερευνητής και διανοητής και συγγραφέας αξιολογότατων βιβλίων.
Έχει όμως, πέρα απ’ αυτά κι ένα άλλο χάρισμα ο Λαοκράτης. Είναι και συναρπαστικός ομιλητής, που μιλώντας, πάντα, κατορθώνει να αιχμαλωτίζει το ακροατήριο και να κερδίζει την εσώψυχη διάθεσή του. Θα τον απολαύσουμε στη συνέχεια. Δικαιολογημένη, λοιπόν, η α­μηχανία μου, όταν ξέρω πως θα με διαδεχθεί στο βήμα και στο λόγο ένας Λαοκράτης Βάσσης.
Θέμα της σημερινής ομιλίας μου: «Τα βιβλία για τη Λάκκας μας - Η πολύτιμη προσφορά τους για την επιστροφή στις ρίζες μας», όχι για να τις λατρέψουμε ως αραχνιασμένο Μουσειακό είδος, αλλά, γνωρίζο­ντάς τες, να αποκτήσουμε αυτογνωσία, η οποία με τη σειρά της θα απο­τελέσει πηγή έμπνευσης και περαιτέρω δημιουργίας!

Αρχίζοντας, θέλω να σας ξεκαθαρίσω: Μη περιμένετε βαθυστόχαστες σκέψεις από μένα. Λόγια καρδιάς θα αραδιάσω, που βγαίνουν από μέσα μου, που τα γέννησε η μεγάλη μου αγάπη και ο ανυπόκριτος θαυμασμός, για όλους τους πνευματικούς δημιουργούς, τους φιλότιμους αχθοφόρους του πνεύματος που έγραψαν ό,τι και  όσα κουβαλούσαν στην ψυχή και στη μνήμη τους, σε κείμενα, σε βιβλία ταπεινά, για τα χωριά μας, που, όμως, φέγγουν σαν τα φτωχά λυχνάρια της παλιάς εποχής. Έγραψαν και θησαύρισαν στα γραπτά τους τη μυθολογία, την ιστορία, την κοινωνιο­λογία, την ανθρωπογεωγραφία και την πολιτιστική ταυτότητα των χω­ριών της Λάκκας μας. Όλα αυτά τα πολύτιμα στοιχεία είναι η εικόνα της περιοχής μας και του γενέθλιου τόπου μας. Είναι η ιστορία μας, η κληρο­νομιά μας και ο πολιτισμός μας.
Η Λάκκα μας, ένα μικρό σε έκταση κομμάτι της δοξαστικής Ηπείρου μας, «η ζωηφόρος κοιλάδα» κατά τον αλησμόνητο Χάρη Πάτση, απλώ­νεται στο νότιο τμήμα της και έχει πετράδια στο διάδημά της τα μικρά ζηλευτά και προκομμένα χωριά της: Το Θεσπρωτικό, το Ριζοβούνι, το Γαλατά, το Ζερβό, τις Παπαδάτες, τη Γαλήνη, το Χάλασμα, τα Μελιανά, τον Άσσο, το Νικολίτσι, την Ελιά. Αν προσθέσει κανείς και το Πολυστά­φυλο, την Κρανιά – Τύρια και την Ρωμιά, ολοκληρώνει το ανθρώπινο χωριανικό δυναμικό μιας μικρής κοινωνίας που είχε (και έχει) κέντρο την κωμόπολη Θεσπρωτικού. Εδώ έζησαν οι πρόγονοί μας, εδώ δημιούργη­σαν, εδώ τέλειωσαν τη ζωή τους.
Οι γραπτές πληροφορίες, λίγες και αυτές, που είχαμε από το 1884 για την περιοχή μας ήταν από τον Σεραφείμ Ξενόπουλο Μητροπολίτη της Άρτας, στο έργο του ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΔΟΚΙΜΙΟΝ ΠΕΡΙ ΑΡΤΗΣ ΚΑΙ ΠΡΕΒΕΖΗΣ, τα «Ηπειρωτικά Χρονικά» (έτους 1938 και μετέπειτα), τον Σπύρο Αραβαντινό και τα «ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ» του μετα­γενέστερου Ιωάννη Λαμπρίδη[1]. Κάποιες  πληροφορίες προέρχονται από λίγους ξένους περιηγητές, ενώ οι περισσότερες από την προφορική πα­ράδοση, που από στόμα σε στόμα, από τους προπαππούδες και τις προ­γιαγιάδες μας περνούσαν στους νεότερους. Άρα από παράδοση σε παρά­δοση, έφταναν στ’ αυτιά μας, σε ανέμελους καιρούς, σαν ήμασταν κι ε­μείς μικρά παιδάκια, πληροφορίες, μηνύματα για την καταγωγή μας, το σόι μας, προσδιορίζοντας τον τόπο που ζήσαμε και ζούμε, στο βάθος των αιώνων γενεά προς γενεά.
Καθισμένοι, παλιότερα, γύρω από την αναμμένη γωνιά του πατρικού σπιτιού τις ατέλειωτες χειμωνιάτικες νύχτες με τη γιαγιά ή τον παππού να διηγείται ελκυστικά, κάτι από τα παλιά. Ήταν το αξέχαστο γλυκό παρα­μύθι που ευτυχήσαμε να ζήσουμε κι εμείς στα χωριά μας, τα παιδικά μας χρόνια.
Παράλληλα, πληροφορίες έδιναν και τα … απομεινάρια του τόπου μας, παλιότερων εποχών όπως: Ερείπια, τείχη, έργα, οικήματα, κατα­σκευές κ.λπ. Συστηματική, όμως, μελέτη αυτών των μνημείων της Λάκ­κας, απουσίαζε τα παλιότερα χρόνια!
Είναι ευτύχημα για τον τόπο μας οι δυο ΗΜΕΡΙΔΕΣ που έγιναν:
Η πρώτη «ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΛΑΚΚΑΣ ΣΟΥΛΙ» έγινε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 1996 από τους Συλλόγους αποδήμων Λάκκας, ενώ η δεύτερη στις 28-29 Ιουλίου 2013 στο Θεσπρωτικό με μέ­ριμνα του ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΔΗΜΟΥ ΘΕΣΠΡΩΤΙΚΟΥ με θέμα «ΛΑΚΚΑ ΣΟΥΛΙΟΥ ΙΙ».
Δυο φορές ευτύχημα είναι πως έχουμε στη διάθεσή μας τα πρακτικά εκείνων των Ημερίδων, της μεν πρώτης με δαπάνη του ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΑΚΤΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΗΣ και της δεύτερης με δαπάνη του Περιβαλλοντι­κού Συλλόγου μας και τη συνδρομή της Αντιπεριφέρειας Πρέβεζας.
Το συμπέρασμα όλων αυτών είναι: Αν εξαιρέσουμε το Σεραφείμ Ξε­νόπουλο που έγραψε για την περιοχή μας, τα λίγα πράγματα από τους ελάχιστους ξένους περιηγητές, γραπτά, λεπτομερή κείμενα, και βιβλία μέχρι τη δεκαετία του 1950 δεν υπήρξαν για την περιοχή μας, και τα χωριά μας. Όσα γνώριζαν οι άνθρωποι το τόπου μας, τα γνώριζαν μόνο από την προφορική παράδοση.
Σιγά, σιγά και από το 1950 κι ύστερα άρχισαν να γράφονται κείμενα για τον τόπο μας, από φωτισμένους συγχωριανούς και συμπατριώτες μας. Η μέχρι σήμερα σοδειά τους είναι εντυπωσιακή και αποδείχνει ότι η Λάκκα μας έρχεται πρώτη περιοχή σε έκδοση και κυκλοφορία βιβλίων τοπικού ενδιαφέροντος, συγκρινόμενη με άλλες περιοχές γειτονικές και πιο πέρα. Στη Λάκκα μας τα τελευταία χρόνια σημειώθηκε οργασμός έκ­δοσης και κυκλοφορίας αρκετών βιβλίων, που τα περισσότερα είναι άρι­στα μαθήματα Πατριδογνωσίας της γενέθλιας γης.
Αξίζουν αυτά τα βιβλία; Δικαιούνται οι δημιουργοί τους – αναπαυμέ­νοι και ζωντανοί – την αγάπη μας, τον σεβασμό μας και την ευγνωμοσύ­νη μας;
Ως απάντηση, θα σας διαβάσω ένα μικρό κομμάτι, από ένα πολύ συ­γκινητικό γράμμα που μου έγραψε τον Μάιο που μας πέρασε, μια νέα ει­κοσιπεντάχρονη κοπέλα, η συγχωριανή μου και πολλά υποσχόμενη νεα­ρή φιλόλογος η κα Αντιγόνη – Ιωάννα Δήμα:
«… Οι λέξεις τιμή κι ευγνωμοσύνη φαντάζουν μικρές για να εκφράσω αυτά που νιώθω. Θεωρώ ότι κανένα βιβλίο δεν μπορεί να μας διηγηθεί την ιστορία, καλύτερα από τους ανθρώπους που την έζησαν. Οι προφορι­κές μαρτυρίες συνιστούν σημαντική πηγή για την ιστορία. Μέσα από λέ­ξεις των ανθρώπων, που έζησαν τα γεγονότα, μπορεί κανείς να εκμαιεύ­σει πραγματικούς θησαυρούς της ιστορικής μας κληρονομιάς. Η κληρο­νομιά μας είναι η ιστορία μας…».

Αν ισχύει, και περίτρανα ισχύει, αυτό που γράφει και πιστεύει η καλή μας Αντιγόνη – Ιωάννα Δήμα για τις προφορικές μαρτυρίες, πόσο μάλ­λον πρέπει να ισχύει για τις γραπτές μαρτυρίες, που καταγράφονται, υ­πάρχουν και διασώζονται στα βιβλία και στα έντυπα;

Κυρίες και Κύριοι,
Αυτό, λοιπόν, κάνανε και κάνουν κατά καιρούς οι γραφιάδες μας, οι συγγραφείς μας. Καταγράψανε και καταγράφουνε την κληρονομιά μας, την ιστορία μας. Μάζεψαν και μαζεύουν, τα σωριασμένα στη μνήμη και την ψυχή τους λιθοσώρια της ζωής: γεγονότα, πρόσωπα, καταστάσεις, μύθους, ιστορίες, ήθη κι έθιμα, κοινωνικά συμβάντα, σχέσεις, συναξάρια της γιαγιάς και του παππού, των γονιών τους, των υπερήλικων του περί­γυρου και του χωριού, συλλέξανε εικόνες, ευαίσθητες διεισδυτικές μα­τιές, συγκλονιστικές εμπειρίες, εθιμοτυπικές συνήθειες, ψυχαγωγικούς τρόπους, παιχνίδια, τραγούδια, χορούς, γιορτές, πανηγύρια, κοινωνικά γεγονότα, συλλογικές δράσεις κ.λπ. Όλα αυτά τα κάνανε έντυπο, περιο­δικό ή βιβλίο, που δεν είναι τίποτ’ άλλο από ένα χορταστικό οδοιπορικό και ένα απολαυστικό σεργιάνι, που μας τα πρόσφεραν και μας τα προ­σφέρουν, αντίδωρο της δικής τους αγάπης προς τον τόπο μας και τους ανθρώπους του.
Δεν ξέρω, αν το γράψιμο, ως πνευματική δημιουργία, είναι δύσκολη ή εύκολη υπόθεση. Ξέρω, όμως, πως το γράψιμο ο καθένας το βιώνει με το δικό του τρόπο. Σίγουρα, το γράψιμο δεν έρχεται από τον ουρανό. Αλλά και δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των προικισμένων ατόμων. Οπωσ­δήποτε είναι προϊόν κάποιας ικανότητας που ενυπάρχει στον δημιουργό γραφιά, και συγγραφέα αλλά και καλλιέργειας. Κυρίως, όμως, είναι ερέ­θισμα, έμπνευση, μεράκι και προπαντός είναι θέληση, πίστη, αυθορμητι­σμός, εθελοντισμός και διάθεση για προσφορά.
Κλεισμένος στο σπίτι του ο συγγραφέας, αποκομμένος από τον περί­γυρο, απομονωμένος απ’ όλα και απ’ όλους, ώρες ατέλειωτες, ψαχουλεύ­ει την εσωτερικότητά του, στίβει τη μνήμη του και την ψυχή του, διαλέ­γει λέξεις, τις κάνει φράσεις και τις ακουμπά στο χαρτί, που πολλές φο­ρές το σκίζει και το ξανασχίζει, το  ματαξανασχίζει, και στη συνέχεια λέ­ξεις και φράσεις τις ξαναρμαθιάζει στο χαρτί βελτιωμένες, συμπληρώνει μια σελίδα, δύο, τρεις, πολλές σελίδες. Έτσι, οι σελίδες γίνονται βιβλίο, γίνονται έντυπο, περιοδικό, που  δεν είναι τίποτ’ άλλο από ένα θησαυρο­φυλάκιο, όπου ο συγγραφέας, όπως ο πλούσιος εναποθέτει τους θησαυ­ρούς του ή ένα αμπάρι όπου ο φρόνιμος ζευγίτης αμπαριάζει τα γεννήμα­τα της χρονιάς. Επιτρέψτε μου, όμως, μία μικρή παρέκβαση:
Όταν κάποιος γράφει βιβλίο ή ένα κείμενο για περιοδικό ή εφημερίδα δεν αλληλογραφεί με τους φίλους του. Γράφει για πράγματα υπαρκτά, που μπορεί να τα δει, να τα ξεχωρίσει και να τα αξιολογήσει ο καθένας. Δεν είναι θέσφατα αυτά που γράφει ο συγγραφέας, αν γράφει βιώματα και προσωπικές εμπειρίες. Αν, όμως γράφει μαρτυρίες άλλων και προ­σωπικές μνήμες, πρέπει να καταγράφει με ευθύνη, εντιμότητα, ακεραιό­τητα και αδιάβλητο συγγραφικό ήθος, την «πάσα αλήθεια». Ατόφια δη­λαδή αληθινά και όχι ανακριβή, ελλιπή στοιχεία ή παραλλαγμένα και αλ­λοιωμένα πράγματα. Μόνο έτσι το παρελθόν αποτυπώνεται στις πραγμα­τικές του διαστάσεις. Οι προσωπικές εμπειρίες για να … πιάσουν, να πείσουν και να συγκινήσουν πρέπει να γράφονται ρεαλιστικά και  με α­πόλυτη ειλικρίνεια.
Επανέρχομαι στα βιβλία για τη Λάκκα μας: Πιστεύω πως όλα είναι γραμμένα με εντιμότητα και ευθύνη. Τα κείμενά τους είναι γραμμένα με μεράκι, ήθος, τρυφερότητα και, όπου χρειάζεται, με αυστηρή γλώσσα, με ευφρόσυνη διάθεση, αρδευμένα φυσικά με τις προσωπικές αρετές και τα πλεονεκτήματα του κάθε συγγραφέα. Είναι βιβλία που δείχνουν ότι οι δημιουργοί τους δεν έχουν ξεχάσει το λίκνισμα της νεότητας. Παρουσιά­ζουν παλιά και νέα καθημερινότητα, φιλτραρισμένη από τη διερευνητική ματιά και την τρυφερότητά τους, πάντα παρούσα. Λυρικοί, αισιόδοξοι, αγλαείς και μειλίχιοι, στοχαστικοί οι συγγραφείς μας, με νοικοκυροσύνη, γράφουν και μας δίνουν στα βιβλία τους γνώση, αποτυπώματα ζωής, διασώζοντας έτσι την πραγματική εικόνα των περασμένων.
Διαβάζοντας τα βιβλία για τα χωριά μας, οι παλιότεροι ξαναθυμούνται και οι νεότεροι πληροφορούνται και μαθαίνουν. Και οι δυο διαπιστώνουν ότι κάθε τέτοιο βιβλίο είναι ένα έπος μνήμης. Έπος μνήμης που αποκρυ­πτογραφεί όλες τις πτυχές της ζωής και της ψυχής στα χωριά της Λάκ­κας.
Τα βιβλία, τα έντυπα και τα περιοδικά για την περιοχή μας, αφιερώ­νουν και αρκετές σελίδες σε πρόσωπα. Προσωπογραφίες λοιπόν πετυχη­μένες συμπεριλαμβάνονται, μέσα στα βιβλία, με τις οποίες οι αναγνώστες των βιβλίων κοινωνούν με υπάρξεις απούσες, που όμως εξακολουθούν να μεταδίδουν τον μυστηριώδη εκείνο στεναγμό, που κάποτε ήταν της ζωής των ανθρώπων ο αβάσταχτος και δυσερμήνευτος καημός για δη­μιουργία, προσφορά, επίλυση μέγιστων προβλημάτων, όπως η επάρκεια νερού, η ίδρυση Γυμνασίου, η εγκατάσταση Αστυνομικών Αρχών, Δικα­στικών και Δημοσίων Υπηρεσιών, η ίδρυση Κοινωφελών Ιδρυμάτων, η οδοποιία, η ίδρυση Τραπεζικών Καταστημάτων κ.λπ., σημαδεύοντας με την παρουσία τους και την προσφορά τους την εποχή τους.
Έτσι, σ’ αυτά τα γραπτά απαθανατίζονται άνθρωποι και διασώζονται στη Συλλογική μας Μνήμη, όλοι εκείνοι που διακρίθηκαν για την προ­σφορά τους και τη διακονία τους στον τόπο μας και στους ανθρώπους του, αλλά και άλλοι πιο ταπεινοί, που αλλιώτικα απαρατήρητοι θα έσβη­ναν στην ανωνυμία τους και θα περνούσαν στην καταλυτική σιωπή και τη λήθη της ειμαρμένης της ελληνικής επαρχίας.
Μέσα στην αξία των πατριδογνωστικών αυτών βιβλίων θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η όχι ευκαταφρόνητη εκδοτική δαπάνη, που αυτή βάρυνε τους ίδιους τους συγγραφείς. Δυο – τρεις, ίσως να πήραν και κά­ποια χορηγία είτε από κάποιους γενναιόδωρους εχούμενους, είτε από τον «αλήστου μνήμης» Δήμο Θεσπρωτικού. Χορηγοί σήμερα δεν παρουσιά­ζονται εύκολα. Η Περιφέρεια, η Αντιπεριφέρεια αλλά κυρίως ο σημερι­νός Δήμος μας, παρά την πρόθυμη και θετική του βούληση αδυνατούν να βοηθήσουν τέτοιες εκδοτικές προσπάθειες, διότι στα Οικονομικά του, έ­χει μόνιμη και διαρκή «Μεγάλη Σαρακοστή».
Ακόμα, οι περισσότεροι συγγραφείς διαμοιράζουν δωρεάν τα βιβλία τους και δεν τα πουλούν, πλην από ελάχιστους που τα πουλάνε κι έτσι, ίσως, βγάζουν μέρος από τα έξοδα, της έκδοσης, αν τα βγάζουν.
Στο σημείο αυτό θέλω να προσθέσω και τα εξής:
Στο περιθώριο της ασθμαίνουσας εποχής μας, ανήσυχα πνεύματα, συγχωριανοί και συμπατριώτες μας αφοσιώνουν με σιωπηλή σεμνότητα την ευαισθησία, την επίγνωση και το δημιουργικό τους έργο, σε χώρους ξεχασμένους από τους πολλούς, όπως η Παράδοση, ο Λαϊκός Πολιτι­σμός, η Τοπική Ιστορία και η ιστοριογραφική έρευνα, που δυστυχώς, συ­νήθως, υποεκτιμούνται και περιφρονούνται από πολλούς άξιους και υπε­ράξιους πνευματικούς δημιουργούς και διανοούμενους!
Όλη αυτή η δημιουργία αποδείχνει πως ο τόπος μας διαθέτει και στην εποχή μας αρκετούς αξιόλογους γραφιάδες, συγγραφείς, που ως πνευμα­τικοί άνθρωποι δημιουργούν.
Στους, Φορείς, Συλλόγους, στον Δήμο, στους διανοούμενους και στην τοπική κοινωνία και σε κάθε έντιμο συντοπίτη μας, απόκειται να κεντρί­σουν το ευρύτερο ενδιαφέρον του κόσμου μας πάνω στην αδιάψευστη πραγματικότητα, ότι στον τόπο μας δεν έπαψαν οι «ποιητές» να εκφρά­ζουν με στοχαστική ματιά και ενόραση, παλμό και μεράκι, βιώματα, καημούς της βιοπάλης, της μοναξιάς, του έρωτα και της αγάπης, της χα­ράς και του πόνου.

Κυρίες και Κύριοι,

Κάποιες φορές στα χωριά μας κατατρυχόμαστε από γενικευμένες α­πλουστεύσεις και υπεραπλουστεύσεις. Την προσπάθεια, την αγωνία, την κούραση, τη φθορά, τα έξοδα και την ένταση του άλλου για κάποιο έργο που δημιουργεί ο γείτονας, ο συγχωριανός, ο συμπατριώτης μας, πάντα τα υποτιμούμε. Έτσι, το δημιούργημα κάποιου το αξιολογούμε, συνήθως, ζυγίζοντάς το με το φθονερό … πειραγμένο καντάρι. Για τους συγγρα­φείς αυτό παραγίνεται. Δεν είναι λίγες φορές που ο συγγραφέας επιπλέον δέχεται και μειωτικές κρίσεις, κάποτε και ειρωνείες ωμές, «δίκην δηκτι­κής παρεΐστικης καφενόβιας  αστειότητας» από το περιβάλλον του.
Τέτοια, όμως, κριτική και τέτοια στάση πληγώνει, αποθαρρύνει, απο­γοητεύει και απωθεί από το γράψιμο. Τι να κάνουμε; Βλέπετε δεν είμα­στε όλοι … αλεξίσφαιροι. Γι’ αυτό, πριν κάνουμε οποιαδήποτε κριτική, ας αφοπλίζουμε τις όποιες ιοβόλες εμμονές μας. Σας διαβεβαιώ ότι τέ­τοιες κριτικές απογοητεύουν, πληγώνουν και καμιά φορά σκοτώνουν.

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι ευτύχημα που γράφτηκαν και γράφονται κοντά στα τόσα άλλα σημαντικά πνευματικά βιβλία και βιβλία αυτής της ταπεινής κατηγορίας, για το κάθε χωριό, τον τόπο μας, την  περιοχή μας. Διότι αυτά τα βιβλία είναι ταμιευτήρες πολύτιμοι για όλους μας. Διαβάζοντάς τα, νιώθεις κα­λύτερα το σπίτι που γεννήθηκες, τη γειτονιά που έπαιξες, τις ρούγες που όργωνες με τους συμμαθητές και φίλους σου, τις τοποθεσίες όπου γύρι­σες, το Σχολείο που πρωτόμαθες γράμματα, την γερόντισσα εκκλησιά που γέμιζε μικρούς και μεγάλους τις μεγάλες οικογενειακές γιορτές, τα χωράφια, τα δέντρα, τα ξέφωτα που ξυπόλητα, ξεδίναμε με την παρέα μας, τους αθώους παιδικούς έρωτες και τις πρώτες νεανικές αγάπες! Όλα ξαναζούν μέσα σου, πάλλονται και ιδρώνουν, γελούν, κλαίνε και τρα­γουδούν καημούς και χαρμολύπες. Όλος ο ζωοποιός τόπος μας ανασταί­νεται μέσα μας και μαζί του ξαναζωντανεύουμε κι εμείς. Αυτό πετυχαίνει ο συγγραφέας. Με μέρος ή με ολόκληρο το ανθρωπογεωγραφικό ανά­γλυφο της γενέθλιας γης, που φιλοτεχνεί, νοσταλγικό, αλλά και μελαγχο­λικό, γεμάτο ξενιτιά, επιστροφές, γιορτές, χαρές, λύπες και όλα τα στοι­χεία των παλιότερων χρόνων.
Ευτυχώς, επαναλαμβάνω, που υπήρξαν και εξακολουθούν να υπάρ­χουν οι άνθρωποι που κατέγραψαν σε κείμενα και βιβλία τη ζωή των πα­λιότερων σε διάφορες στιγμές και φάσεις της ζωής. Ευτυχώς, που αυτή η αλυσίδα συνεχίζεται ανανεωμένη στις μέρες μας και απ’ ό,τι φαίνεται ε­νισχύεται με ελπιδοφόρες παρουσίες που την ανανεώνουν, την δυναμώ­νουν και την βελτιώνουν με έρευνες, κείμενα, βιβλία.
Κάθε τόσο και νέα πρόσωπα:
«Ξεπετάγονται σαν τα κυκλάμινα
από άγονο βράχο
μέσα στην παγωνιά
των ξενόφερτων πολιτιστικών
και άχαρων πλαστικών υβριδίων»,
παίρνουν τη σκυτάλη και συνεχίζουν την ωραία προσπάθεια και με τα νιάτα τους, τις ικανότητές τους και τα πνευματικά εφόδια καταξιώνουν και καταξιώνονται σ’ αυτό το χώρο, μέσα στην ασύμμετρη εποχή μας. Αυτή η νέα γενιά τώρα κι από δω και πέρα, με τη δύναμη της ψυχής και του μυαλού, την ακοίμητη λαχτάρα, το μεράκι, μα προπαντός την αγάπη για τον γενέθλιο τόπο, θ’ αποτελέσει τη σύγχρονη μαγιά, το γινωμένο  προζύμι και το λαχταριστό ψωμί, που θα ταΐζει κάθε συγχωριανό, κάθε συμπατριώτη είτε κατοικεί εδώ είτε στα ξένα. Και κάτι τελευταίο. Υπο­θέστε ότι δεν είχαν γραφεί τέτοια βιβλία. Αλήθεια! Τι θα ‘μενε από το παρελθόν ως γνώση; Πώς θα μάθαιναν και θα μαθαίναμε οι επερχόμενοι;

Κυρίες και Κύριοι,

Αγάπη αληθινή θέλει ο τόπος μας! Αγάπη αληθινή θέλει η σκόνη της Ιστορίας. Κι αυτή η αγάπη φρονώ ότι υπήρξε και υπάρχει σ’ εκείνους που έγραψαν και γράφουν, είτε σε κείμενα είτε σε βιβλία, την παλιά και την σύγχρονη ζωή και ιστορία του τόπου μας. Κάθε λέξη τους, κάθε φράση τους και κάθε γραμμή σε κείμενα και βιβλία που εξιστορούν και αποτυπώνουν την περιπέτεια των ανθρώπων της γενέθλιας γης, της Λακ­κιώτικης, μάνας γης μοιάζει να είναι:

«Ψωμί που ψήνεται
σε κάποιον χωριάτικο ξυλόφουρνο.
Βασιλικός και μπαρμπαζόρα
που σε τενεκέδες φρεσκοασβεστωμένους
στον τοίχο κάποιας αυλής
χλοΐζουν ντροπαλά και ευωδιάζουν!
Πράγματα και χρώματα
των παιδικών μας χρόνων!
Όνειρα, και οράματα
και μνήμες όσων έζησαν!
Αλλά και πόνοι ενδημικοί
που δεν λησμονήθηκαν, ευτυχώς,
στο πέρασμα του χρόνου»._

Σας ευχαριστώ!!!
του Χαράλαμπου Δράκου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου